Vocabulario de Mc 14–15

Contenido

Α α

  • ἀββά father
  • ἀγανακτέω -ῶ to be indignant
  • ἀγγαρεύω to force
  • ἀγοράζω to buy
  • ἀγρός -οῦ, ὁ field
  • ἄγω to bring
  • ἀδημονέω -ῶ to be troubled
  • ἄζυμος -ον ácimo (sin levadura) (14,1)
  • αἷμα ατος, τό
  • αἴρω to take up
  • αἰτέω -ῶ to ask
  • αἰτία -ας, ἡ charge
  • ἀκάνθινος -ον of thorns
  • ἀκολουθέω -ῶ to follow
  • ἀκούω to hear
  • ἀλάβαστρον -ου, τό alabaster jar
  • ἀλείφω to pour on
  • ἀλέκτωρ -ορος, ὁ rooster
  • Ἀλέξανδρος -ου, ὁ Alexander
  • ἀληθῶς truly
  • ἀλλά but
  • ἀλλήλων dat. -οις, -αις, acc. -ους, -ας, -α (no
  • nom.), recipr. pron. one another
  • ἄλλος -η, -ο another
  • ἁμαρτωλός -όν sinful
  • ἀμήν indecl. amen
  • ἄμπελος -ου, ἡ vine
  • ἄν [indicates potential]
  • ἀναβαίνω to go up
  • ἀναβλέπω to look up
  • ἀναθεματίζω to bind with an oath
  • ἀνάκειμαι to recline for a meal
  • ἀναμιμνήσκω
  • ἀναπαύω to rest
  • ἀνασείω to stir up
  • ἀνατέλλω to rise
  • ἄνθρωπος -ου, ὁ human being
  • ἀνίστημι to get up
  • ἀνώγεον
  • ἄνωθεν from above
  • ἀπάγω to lead away
  • ἀπαντάω -ῶ to meet
  • ἀπαρνέομαι to disown
  • ἀπέρχομαι to go away
  • ἀπέχω to receive
  • ἀπό from
  • ἀποθνήσκω
  • ἀποκρίνω
  • ἀποκτείνω matar (14,1)
  • ἀποκυλίω to roll away
  • ἀπολύω to release
  • ἀποστέλλω to send
  • ἀποφέρω to carry away
  • ἀπώλεια -ας, ἡ destruction
  • ἀργύριον -ου, τό silver
  • Ἀριμαθαία
  • ἀρνέομαι to deny
  • ἄρτος -ου, ὁ bread
  • ἀρχιερεύς -έως, ὁ sumo sacerdote (14,1)
  • ἄρχω to rule
  • ἄρωμα -τος, τό spices
  • ἀσθενής weak
  • ἀσπάζομαι to give greetings
  • ἀσφαλῶς carefully
  • αὐλή -ῆς, ἡ palace
  • αὐτός -ή, -ό he
  • ἀφαιρέω -ῶ to take away from
  • ἀφίημι to forgive
  • ἀχειροποίητος -ον not made by human hands

Β β

  • βάλλω to throw
  • Βαραββᾶς -ᾶ, ὁ Barabbas
  • βασιλεία -ας, ἡ kingdom
  • βασιλεύς -έως, ὁ king
  • βαστάζω to carry
  • Βηθανία -ας (also -ιά, indecl.), ἡ Bethany
  • βλασφημέω -ῶ to blaspheme
  • βλασφημία -ας, ἡ blasphemy
  • βοάω -ῶ to call
  • βουλευτής -οῦ, ὁ member of a council
  • βούλομαι to wish
  • Γαλιλαία -ας, ἡ Galilea
  • Γαλιλαῖος -αία, -αῖον galileo
  • γάρ pues (14,1)

Γ γ

  • Γεθσημανῆ Getsemaní
  • γεμίζω to fill
  • γεννάω -ῶ to become the father of
  • γέννημα, γένημα
  • γῆ γῆς, ἡ tierra
  • γίνομαι to be
  • γινώσκω conocer
  • Γολγοθᾶ Gólgota
  • γόνυ -ατος, τό rodilla
  • γραμματεύς -έως (acc. pl., -εῖς), ὁ escribas (14,1)
  • γραφή -ῆς, ἡ a passage of Scripture
  • γράφω escribir
  • γρηγορέω -ῶ to keep watch
  • γυμνός -ή, -όν desnudo
  • γυνή -αικός, ἡ mujer

Δ δ

  • δέ pero
  • δεικνύω to show
  • δεξιός -ά, -όν the right side
  • δέσμιος -ον (also -α, -ον) prisoner
  • δεύτερος -α, -ον segundo
  • δέω to tie
  • δηνάριον -ου, τό denario
  • διά through
  • διαγίνομαι to pass
  • διαθήκη -ης, ἡ covenant
  • διακονέω ῶ servir
  • διαμερίζω to divide
  • διαρρήγνυμι to tear
  • διασκορπίζω to scatter
  • διδάσκαλος -ου, ὁ teacher
  • διδάσκω to teach
  • δίδωμι to give
  • δίς twice
  • δόλος -ου, ὁ engaño (14,1)
  • δοῦλος -η, -ον to enslave
  • δύναμαι to be able
  • δύναμις -εως, ἡ power
  • δυνατός -ή, -όν possible
  • δύο numeral dos (14,1)
  • δώδεκα οἱ, αἱ, τά indecl. twelve
  • δωρέω

Ε ε

  • ἐάν si aum., no se traduce
  • ἑαυτοῦ -ῆς, -οῦ, dat. -ῷ, etc., acc. -όν, etc., pi.
  • -ῶν, etc. himself
  • ἐγγίζω come near
  • ἐγείρω to arise
  • ἐγκαταλείπω to forsake
  • ἐγώ gen, etc., ἐμοῦ, ἐμοί, ἐμέ (enclitic μου, μοι,
  • με), pl. ἡμεῖς, -ῶν, -ῖν, -ᾶς I
  • εἰ si
  • εἴδω
  • εἰμί ser
  • εἰς to
  • εἷς μιά, ἕν, gen. ἑνός, μιᾶς, ἑνός
  • εἰσέρχομαι to go in
  • ἐκ of
  • ἐκδύω to strip off clothing
  • ἐκεῖ
  • ἐκεῖνος -η, -ο that
  • ἐκθαμβέω
  • to be overwhelmed
  • with wonder
  • ἐκπερισσῶς emphatically
  • ἐκπνέω -ῶ to breathe one’s last breath
  • ἔκστασις -εως, ἡ amazement
  • ἕκτος -η, -ον sixth
  • ἐκχέω to pour out
  • ἐλαιών -ῶνος, ὁ an olive garden
  • ἐλωΐ
  • ἐμβάπτω to dip into
  • ἐμβλέπω to look
  • ἐμβριμάομαι -ῶμαι to warn sternly
  • ἐμπαίζω to mock
  • ἐμπτύω to spit on
  • ἐν in
  • ἐναντίος -α, -ον against
  • ἐνδιδύσκω to put on
  • ἐνδύω to clothe
  • ἐνειλέω -ῶ to wrap in
  • ἔννατος
  • ἔνοχος -ον subject to
  • ἐνταφιασμός -οῦ preparation for burial
  • ἐξάγω to lead out
  • ἐξέρχομαι to go out
  • ἔξω out
  • ἑορτή -ῆς, ἡ fiesta, celebración
  • ἐπαγγέλλω
  • ἐπάνω above
  • ἐπεί since
  • ἐπερωτάω -ῶ to ask
  • ἐπί on
  • ἐπιβάλλω to throw over
  • ἐπιγραφή -ῆς, ἡ inscription
  • ἐπιγράφω to write
  • ἐπίσταμαι to understand
  • ἔπω, ἐρῶ, εἶπον
  • ἐργάζομαι to work
  • ἔργον -ου, τό work
  • ἔρχομαι to come
  • ἐσθίω to eat
  • ἔσω in
  • ἔτι still
  • ἑτοιμάζω to prepare
  • ἕτοιμος -ον also -η, -ον ready
  • εὖ well
  • εὐαγγέλιον -ου, τό gospel
  • εὐθέως immediately
  • εὐκαίρως opportunely
  • εὐλογέω -ῶ to praise
  • εὐλογητός -όν worthy of being praised
  • εὑρίσκω to find
  • εὐσχήμων -ον presentable
  • εὐχαριστέω -ῶ to thank
  • εὐώνυμος -ον left
  • ἔχω to have
  • ἕως up to

Ζ ζ

  • ζητέω -ῶ buscar (14,1)

Η η

  • ἤ either…or
  • ἤδη already
  • Ἡλίας
  • ἥλιος -ου, ὁ sun
  • ἡμέρα -ας, ἡ día (14,1)

Θ θ

  • θάνατος -ου, ὁ death
  • θανατόω -ῶ to put to death
  • θαυμάζω to be amazed
  • θέλω to will
  • θεός -οῦ, ὁ, ἡ God
  • θερμαίνω to keep warm
  • θεωρέω -ῶ to see
  • θνῄσκω to have died
  • θόρυβος -ου, ὁ alboroto, tumulto (14,1)
  • θύρα -ας, ἡ door
  • θύω to kill

Ι ι

  • Ἰάκωβος -ου, ὁ James
  • ἴδε see!
  • ἰδού look!
  • ἱερός -ά, όν sacred
  • Ἱεροσόλυμα -ων, τά Jerusalem
  • Ἰησοῦς -οῦ, dat., voc. -οῦ, acc., -οῦν Jesus
  • ἱκανός -ή, -όν sufficient
  • ἱμάτιον -ου, τό clothing
  • ἵνα in order that
  • Ἰουδαῖος -αία, -αῖον Jewish
  • Ἰούδας -α Judah
  • Ἰσκαριώτης, Ἰσκαριώθ
  • ἴσος equal
  • Ἰσραήλ ὁ indecl. Israel
  • ἰσχύω to be strong
  • Ἰωάννης -ου, dat., -ῃ, acc., -ην, ὁ John
  • Ἰωσῆς -ῆ, and -ῆτος, ὁ Joses
  • Ἰωσήφ indecl. Joseph

Κ κ

  • καθαιρέω -ῶ to take down
  • καθεύδω to sleep
  • κάθημαι to sit
  • καθίζω to place
  • καθώς as
  • καί and
  • καινός -ή, -όν new
  • κακός -ή, -όν evil
  • κάλαμος -ου, ὁ cálamo
  • καλός -ή, -όν good
  • κατά against
  • καταβαίνω to go down
  • καταβαρύνω to become heavy
  • κατάκειμαι to lie down
  • κατακρίνω to condemn
  • καταλείπω to leave
  • κατάλυμα -τος, τό guest room
  • καταλύω throw down
  • καταμαρτυρέω -ῶ to bring testimony against
  • καταπέτασμα -τος, τό curtain
  • καταφιλέω -ῶ to kiss
  • καταχέω to pour out
  • κατηγορέω -ῶ to accuse
  • κάτω below
  • κεντυρίων -ωνος, ὁ centurion
  • κεράμιον -ου, τό clay jar
  • κεφαλή -ῆς, ἡ cabeza
  • κηρύσσω to preach
  • κινέω -ῶ to move
  • κλαίω to weep
  • κλάω to break
  • κλῆρος -ου, ὁ lots
  • κολαφίζω to strike with the fists
  • κόπος -ου, ὁ labor
  • κόσμος -ου, ὁ world
  • κράζω call out
  • κρανίον -ου, τό skull
  • κρατέω -ῶ apresar (BDAG 3a) (Mc 14,1) ^d9bcf2
    • Lit. usar la fuerza, ser fuerte, dominar.
    • En este caso, arrestar, prender, atrapar
    • Arrestar tiene connotaciones de ley y policía. Creo que es mejor prender o apresar.
  • Κυρηναῖος -α, -ον cireneo

Λ λ

  • λαλέω -ῶ to speak
  • λαμά lama
  • λαμβάνω to take
  • λαός -οῦ, ὁ pueblo
  • λατομέω -ῶ to cut
  • λέγω say
  • λεπρός -ά, -όν leprous
  • λευκός -ον white
  • λῃστής -οῦ, ὁ robber
  • λίαν very much
  • λίθος -ου, ὁ stone
  • λόγος -ου, ὁ word
  • λοιπόν
  • λυπέω -ῶ to cause sorrow

Μ μ

  • Μαγδαληνή -ά, όν Magdalene
  • μαθητής -οῦ, ὁ disciple
  • μακρόθεν from a distance
  • μᾶλλον more
  • Μαρία -ας, and Μαριάμ, indecl., ἡ Mary
  • μαρτυρία -ας, ἡ testimony
  • μάρτυς witness
  • μάχαιρα -ης sword
  • μέγας μεγάλη, μέγα great
  • μεθερμηνεύω to translate
  • μέν often untranslated
  • μένω to stay
  • μέσος -η, -ον middle
  • μετά con
    • De tiempo. Con acus. después de (14,1)
  • μή no (14,1)
  • μήποτε conj. para que no, no sea que (14, 1) || adv. nunca
  • μήτηρ mother
  • μήτι often not translated
  • μικρός -ά, -όν little
  • μνημεῖον -ου, τό tomb
  • μνημόσυνον -ου, τό memory
  • μυρίζω to pour perfume
  • μύρον -ου, τό perfume

Ν ν

  • Ναζαρηνός -οῦ, ὁ of Nazareth
  • ναός -οῦ, ὁ temple
  • νάρδος -ου, ἡ nard
  • νεανίσκος -ου, ὁ young man
  • νεφέλη -ης, ἡ cloud
  • νῦν adv. now
  • νύξ gen. νυκτός, ἡ night

Ξ ξ

  • ξύλον -ου, τό

Ο ο

  • ὁ ἡ, τό the
  • οἰκία -ας, ἡ house
  • οἰκοδεσπότης -ου, ὁ
  • head of the
  • house
  • οἰκοδομέω -ῶ to build
  • οἶνος -ου, ὁ wine
  • ὅλος -η, -ον all
  • ὄμνυμι to swear
  • ὁμοίως likewise
  • ὀνειδίζω to heap insults on
  • ὄνομα -τος, τό name
  • ὄξος -εος (-ους), τό wine vinegar
  • ὅπου where
  • ὁράω -ῶ to see
  • ὄρος -ους, τό hill
  • ὅς, ἥ
  • ὅστις, ἥτις
  • ὅταν when
  • ὅτε temporal particle when
  • ὅτι that
  • οὐ no
  • οὐά so!
  • οὐαί woe!
  • οὐδέ and not
  • οὐδείς -δεμία, -δέν no one
  • οὐκέτι no longer
  • οὖν therefore
  • οὐρανός -οῦ, ὁ sky
  • οὔτε and not
  • οὗτος
  • αὕτη, τοῦτο, gen., τούτου, ταύτης,
  • τούτου this
  • οὕτω, οὕτως
  • ὀφθαλμός -οῦ, ὁ eye
  • ὄχλος -ου, ὁ gentío, multitud
  • ὀψία -ας, ἡ evening

Π π

  • παιδίσκη -ης, ἡ female servant
  • παίω to strike
  • πάλαι long ago
  • πάλιν adv. again
  • πάντοτε siempre
  • παρά prep. c. gen., dat., acc. from
  • παραγίνομαι to come
  • παράγω to pass by
  • παραδίδωμι to hand over
  • παραιτέομαι -οῦμαι to request
  • παραλαμβάνω to take with
  • παραπορεύομαι to pass by
  • παρασκευή -ῆς, ἡ Preparation Day
  • παραφέρω to take away
  • παρέρχομαι to go by
  • παρέχω to present
  • παρίστημι to place beside
  • πᾶς πᾶσα, πᾶν todo
  • πάσχα τό, indecl. Pascua (14,1)
  • πατάσσω to hit
  • πατήρ πατρός, -τρί, τέρα father
  • πειρασμός -οῦ, ὁ test
  • περί sobre
  • περιβάλλω to dress
  • περικαλύπτω to blindfold
  • περίλυπος -ον overwhelmingly sorrowful
  • περισσῶς even more
  • περιτίθημι to put on
  • πέτρα -ας, ἡ piedra
  • Πέτρος -ου, ὁ Pedro
  • Πιλᾶτος -ου, ὁ Pilato
  • πίνω beber
  • πιπράσκω to sell
  • πίπτω to fall
  • πιστεύω creer
  • πιστικός -ή, -όν pure
  • πλέκω to twist together
  • πληρόω -ῶ to fulfill
  • πνεῦμα -τος, τό espíritu
  • ποιέω -ῶ to do
  • ποιμήν -ίνος, ὁ shepherd
  • πόλις -εως, ὁ ciudad
  • πολύς πολλή, πολύ muchos
  • πολυτελής -ές expensive
  • πορφύρα -ας, ἡ purple
  • πόσος -η, -ον how great?
  • ποτήριον -ου, τό cup
  • ποτίζω to give a drink
  • ποῦ where?
  • πραιτώριον -ου, τό Pretorio
  • πρεσβύτερος ancianos
  • πρίν before
  • προάγω to go on ahead
  • προαύλιον -ου, τό entryway
  • πρόβατον -ου, τό oveja
  • προέρχομαι to go on ahead
  • πρόθυμος -ον willing
  • προλαμβάνω to take beforehand
  • πρός hacia
  • προσάββατον -ου, τό day before the Sabbath
  • προσδέχομαι to receive
  • προσέρχομαι to come to
  • προσεύχομαι to pray
  • προσκαλέω to call
  • προσκυλίω to roll in front of
  • προσκυνέω -ῶ to worship
  • πρόσωπον -ου, τό face
  • προφητεύω to prophesy
  • πρωΐ
  • πρῶτος -η, -ον first
  • πτῶμα τό dead body
  • πτωχός -ή, -όν poor
  • πως interrog. cómo (14,1)

Ρ ρ

  • ῥαββί Rabí
  • ῥάπισμα ατος, τό slap
  • ῥῆμα -τος, τό word
  • Ῥοῦφος -ου, ὁ Rufus

Σ σ

  • σαβαχθάνι you have forsaken me
  • σάββατον Sabbath
  • Σαλώμη -ης, ἡ Salomé
  • σάρξ σαρκός, ἡ flesh
  • σεαυτοῦ -ῆς, -οῦ yourself
  • σήμερον today
  • Σίμων -ωνος, ὁ Simón
  • σινδών -όνος, ἡ linen
  • σιωπάω -ῶ to be quiet
  • σκανδαλίζω to cause to sin
  • σκότος -ου, ὁ darkness
  • σμυρνίζω to mix with myrrh
  • σπάω to draw
  • σπεῖρα -ης company of soldiers
  • σπόγγος -ου, ὁ sponge
  • στάσις -εως, ἡ continuance
  • σταυρός -οῦ, ὁ cross
  • σταυρόω -ῶ to crucify
  • στέφανος -ου, ὁ woven crown
  • στολή -ῆς, ἡ robe
  • στρατιώτης -ου, ὁ soldier
  • στρώννυμι to spread out
  • σύ you
  • συγκάθημαι to sit with
  • συγκαλέω to call together
  • συλλαμβάνω to seize
  • συμβούλιον -ου, τό plan
  • σύν with
  • συνακολουθέω -ῶ to follow
  • συναναβαίνω to come with
  • συναποθνήσκω
  • συνέδριον -ου, τό Sanhedrin
  • συνέρχομαι to come together
  • συντρίβω to break
  • σύσσημον -ου, τό signal
  • συστασιαστής fellow insurrectionist
  • συσταυρόομαι -ῶ
  • σφόδρα very
  • σχίζω to tear
  • σῴζω to save
  • σῶμα -τος, τό body

Τ τ

  • τίθημι to place
  • τις neut., τι, gen., τινός someone
  • τίς neut., τί, gen., τίνος, interrog. pron., in masc. and fem. who?
  • τολμάω -ῶ to dare
  • τόπος -ου, ὁ place
  • τρεῖς, τρία
  • τρέχω to run
  • τριακόσιοι -αι, -α three hundred
  • τρίς three times
  • τρίτος -η, -ον third
  • τρόμος -ου, ὁ trembling
  • τρύβλιον -ου, τό bowl
  • τύπτω to strike

Υ υ

  • ὕδωρ, ὕδατος
  • υἱός -οῦ, ὁ son
  • ὑμνέω -ῶ to sing hymns
  • ὑπάγω to go
  • ὑπέρ above
  • ὑπηρέτης -ου, ὁ servant

Φ φ

  • φαγεῖν
  • φαίνω to shine
  • φέρω to bring
  • φεύγω flee
  • φημί to say
  • φθόνος -ου, ὁ envy
  • φιλέω -ῶ to love
  • φοβέω
  • φόνος -ου, ὁ murder
  • φραγελλόω -ῶ to flog
  • φωνέω -ῶ to call
  • φωνή -ῆς, ἡ voice
  • φῶς gen., φωτός, τό light

Χ χ

  • χαίρω to rejoice
  • χείρ gen., χειρος (acc., χεῖραν, ), ἡ hand
  • χειροποίητος -ον hand-made
  • χιτών ῶνος, ὁ tunic
  • χρεία -ας, ἡ need
  • Χριστός -ή, -όν Christ
  • χωρίον -ου, τό place

Ψ ψ

  • ψευδομαρτυρέω -ῶ to give false testimony
  • ψυχή -ῆς, ἡ life

Ω ω

  • ὧδε adv. here
  • ὥρα -ας, ἡ hour
  • ὡς as
  • ὡσαύτως in the same way
  • ὥστε for this reason
  • ὠτάριον -ου, τό ear