Contenido
Α α
- ἀββά father
- ἀγανακτέω -ῶ to be indignant
- ἀγγαρεύω to force
- ἀγοράζω to buy
- ἀγρός -οῦ, ὁ field
- ἄγω to bring
- ἀδημονέω -ῶ to be troubled
- ἄζυμος -ον ácimo (sin levadura) (14,1)
- αἷμα ατος, τό
- αἴρω to take up
- αἰτέω -ῶ to ask
- αἰτία -ας, ἡ charge
- ἀκάνθινος -ον of thorns
- ἀκολουθέω -ῶ to follow
- ἀκούω to hear
- ἀλάβαστρον -ου, τό alabaster jar
- ἀλείφω to pour on
- ἀλέκτωρ -ορος, ὁ rooster
- Ἀλέξανδρος -ου, ὁ Alexander
- ἀληθῶς truly
- ἀλλά but
- ἀλλήλων dat. -οις, -αις, acc. -ους, -ας, -α (no
- nom.), recipr. pron. one another
- ἄλλος -η, -ο another
- ἁμαρτωλός -όν sinful
- ἀμήν indecl. amen
- ἄμπελος -ου, ἡ vine
- ἄν [indicates potential]
- ἀναβαίνω to go up
- ἀναβλέπω to look up
- ἀναθεματίζω to bind with an oath
- ἀνάκειμαι to recline for a meal
- ἀναμιμνήσκω
- ἀναπαύω to rest
- ἀνασείω to stir up
- ἀνατέλλω to rise
- ἄνθρωπος -ου, ὁ human being
- ἀνίστημι to get up
- ἀνώγεον
- ἄνωθεν from above
- ἀπάγω to lead away
- ἀπαντάω -ῶ to meet
- ἀπαρνέομαι to disown
- ἀπέρχομαι to go away
- ἀπέχω to receive
- ἀπό from
- ἀποθνήσκω
- ἀποκρίνω
- ἀποκτείνω matar (14,1)
- ἀποκυλίω to roll away
- ἀπολύω to release
- ἀποστέλλω to send
- ἀποφέρω to carry away
- ἀπώλεια -ας, ἡ destruction
- ἀργύριον -ου, τό silver
- Ἀριμαθαία
- ἀρνέομαι to deny
- ἄρτος -ου, ὁ bread
- ἀρχιερεύς -έως, ὁ sumo sacerdote (14,1)
- ἄρχω to rule
- ἄρωμα -τος, τό spices
- ἀσθενής weak
- ἀσπάζομαι to give greetings
- ἀσφαλῶς carefully
- αὐλή -ῆς, ἡ palace
- αὐτός -ή, -ό he
- ἀφαιρέω -ῶ to take away from
- ἀφίημι to forgive
- ἀχειροποίητος -ον not made by human hands
Β β
- βάλλω to throw
- Βαραββᾶς -ᾶ, ὁ Barabbas
- βασιλεία -ας, ἡ kingdom
- βασιλεύς -έως, ὁ king
- βαστάζω to carry
- Βηθανία -ας (also -ιά, indecl.), ἡ Bethany
- βλασφημέω -ῶ to blaspheme
- βλασφημία -ας, ἡ blasphemy
- βοάω -ῶ to call
- βουλευτής -οῦ, ὁ member of a council
- βούλομαι to wish
- Γαλιλαία -ας, ἡ Galilea
- Γαλιλαῖος -αία, -αῖον galileo
- γάρ pues (14,1)
Γ γ
- Γεθσημανῆ Getsemaní
- γεμίζω to fill
- γεννάω -ῶ to become the father of
- γέννημα, γένημα
- γῆ γῆς, ἡ tierra
- γίνομαι to be
- γινώσκω conocer
- Γολγοθᾶ Gólgota
- γόνυ -ατος, τό rodilla
- γραμματεύς -έως (acc. pl., -εῖς), ὁ escribas (14,1)
- γραφή -ῆς, ἡ a passage of Scripture
- γράφω escribir
- γρηγορέω -ῶ to keep watch
- γυμνός -ή, -όν desnudo
- γυνή -αικός, ἡ mujer
Δ δ
- δέ pero
- δεικνύω to show
- δεξιός -ά, -όν the right side
- δέσμιος -ον (also -α, -ον) prisoner
- δεύτερος -α, -ον segundo
- δέω to tie
- δηνάριον -ου, τό denario
- διά through
- διαγίνομαι to pass
- διαθήκη -ης, ἡ covenant
- διακονέω ῶ servir
- διαμερίζω to divide
- διαρρήγνυμι to tear
- διασκορπίζω to scatter
- διδάσκαλος -ου, ὁ teacher
- διδάσκω to teach
- δίδωμι to give
- δίς twice
- δόλος -ου, ὁ engaño (14,1)
- δοῦλος -η, -ον to enslave
- δύναμαι to be able
- δύναμις -εως, ἡ power
- δυνατός -ή, -όν possible
- δύο numeral dos (14,1)
- δώδεκα οἱ, αἱ, τά indecl. twelve
- δωρέω
Ε ε
- ἐάν si aum., no se traduce
- ἑαυτοῦ -ῆς, -οῦ, dat. -ῷ, etc., acc. -όν, etc., pi.
- -ῶν, etc. himself
- ἐγγίζω come near
- ἐγείρω to arise
- ἐγκαταλείπω to forsake
- ἐγώ gen, etc., ἐμοῦ, ἐμοί, ἐμέ (enclitic μου, μοι,
- με), pl. ἡμεῖς, -ῶν, -ῖν, -ᾶς I
- εἰ si
- εἴδω
- εἰμί ser
- εἰς to
- εἷς μιά, ἕν, gen. ἑνός, μιᾶς, ἑνός
- εἰσέρχομαι to go in
- ἐκ of
- ἐκδύω to strip off clothing
- ἐκεῖ
- ἐκεῖνος -η, -ο that
- ἐκθαμβέω
- to be overwhelmed
- with wonder
- ἐκπερισσῶς emphatically
- ἐκπνέω -ῶ to breathe one’s last breath
- ἔκστασις -εως, ἡ amazement
- ἕκτος -η, -ον sixth
- ἐκχέω to pour out
- ἐλαιών -ῶνος, ὁ an olive garden
- ἐλωΐ
- ἐμβάπτω to dip into
- ἐμβλέπω to look
- ἐμβριμάομαι -ῶμαι to warn sternly
- ἐμπαίζω to mock
- ἐμπτύω to spit on
- ἐν in
- ἐναντίος -α, -ον against
- ἐνδιδύσκω to put on
- ἐνδύω to clothe
- ἐνειλέω -ῶ to wrap in
- ἔννατος
- ἔνοχος -ον subject to
- ἐνταφιασμός -οῦ preparation for burial
- ἐξάγω to lead out
- ἐξέρχομαι to go out
- ἔξω out
- ἑορτή -ῆς, ἡ fiesta, celebración
- ἐπαγγέλλω
- ἐπάνω above
- ἐπεί since
- ἐπερωτάω -ῶ to ask
- ἐπί on
- ἐπιβάλλω to throw over
- ἐπιγραφή -ῆς, ἡ inscription
- ἐπιγράφω to write
- ἐπίσταμαι to understand
- ἔπω, ἐρῶ, εἶπον
- ἐργάζομαι to work
- ἔργον -ου, τό work
- ἔρχομαι to come
- ἐσθίω to eat
- ἔσω in
- ἔτι still
- ἑτοιμάζω to prepare
- ἕτοιμος -ον also -η, -ον ready
- εὖ well
- εὐαγγέλιον -ου, τό gospel
- εὐθέως immediately
- εὐκαίρως opportunely
- εὐλογέω -ῶ to praise
- εὐλογητός -όν worthy of being praised
- εὑρίσκω to find
- εὐσχήμων -ον presentable
- εὐχαριστέω -ῶ to thank
- εὐώνυμος -ον left
- ἔχω to have
- ἕως up to
Ζ ζ
Η η
- ἤ either…or
- ἤδη already
- Ἡλίας
- ἥλιος -ου, ὁ sun
- ἡμέρα -ας, ἡ día (14,1)
Θ θ
- θάνατος -ου, ὁ death
- θανατόω -ῶ to put to death
- θαυμάζω to be amazed
- θέλω to will
- θεός -οῦ, ὁ, ἡ God
- θερμαίνω to keep warm
- θεωρέω -ῶ to see
- θνῄσκω to have died
- θόρυβος -ου, ὁ alboroto, tumulto (14,1)
- θύρα -ας, ἡ door
- θύω to kill
Ι ι
- Ἰάκωβος -ου, ὁ James
- ἴδε see!
- ἰδού look!
- ἱερός -ά, όν sacred
- Ἱεροσόλυμα -ων, τά Jerusalem
- Ἰησοῦς -οῦ, dat., voc. -οῦ, acc., -οῦν Jesus
- ἱκανός -ή, -όν sufficient
- ἱμάτιον -ου, τό clothing
- ἵνα in order that
- Ἰουδαῖος -αία, -αῖον Jewish
- Ἰούδας -α Judah
- Ἰσκαριώτης, Ἰσκαριώθ
- ἴσος equal
- Ἰσραήλ ὁ indecl. Israel
- ἰσχύω to be strong
- Ἰωάννης -ου, dat., -ῃ, acc., -ην, ὁ John
- Ἰωσῆς -ῆ, and -ῆτος, ὁ Joses
- Ἰωσήφ indecl. Joseph
Κ κ
- καθαιρέω -ῶ to take down
- καθεύδω to sleep
- κάθημαι to sit
- καθίζω to place
- καθώς as
- καί and
- καινός -ή, -όν new
- κακός -ή, -όν evil
- κάλαμος -ου, ὁ cálamo
- καλός -ή, -όν good
- κατά against
- καταβαίνω to go down
- καταβαρύνω to become heavy
- κατάκειμαι to lie down
- κατακρίνω to condemn
- καταλείπω to leave
- κατάλυμα -τος, τό guest room
- καταλύω throw down
- καταμαρτυρέω -ῶ to bring testimony against
- καταπέτασμα -τος, τό curtain
- καταφιλέω -ῶ to kiss
- καταχέω to pour out
- κατηγορέω -ῶ to accuse
- κάτω below
- κεντυρίων -ωνος, ὁ centurion
- κεράμιον -ου, τό clay jar
- κεφαλή -ῆς, ἡ cabeza
- κηρύσσω to preach
- κινέω -ῶ to move
- κλαίω to weep
- κλάω to break
- κλῆρος -ου, ὁ lots
- κολαφίζω to strike with the fists
- κόπος -ου, ὁ labor
- κόσμος -ου, ὁ world
- κράζω call out
- κρανίον -ου, τό skull
- κρατέω -ῶ apresar (BDAG 3a) (Mc 14,1) ^d9bcf2
- Lit. usar la fuerza, ser fuerte, dominar.
- En este caso, arrestar, prender, atrapar…
- Arrestar tiene connotaciones de ley y policía. Creo que es mejor prender o apresar.
- Κυρηναῖος -α, -ον cireneo
Λ λ
- λαλέω -ῶ to speak
- λαμά lama
- λαμβάνω to take
- λαός -οῦ, ὁ pueblo
- λατομέω -ῶ to cut
- λέγω say
- λεπρός -ά, -όν leprous
- λευκός -ον white
- λῃστής -οῦ, ὁ robber
- λίαν very much
- λίθος -ου, ὁ stone
- λόγος -ου, ὁ word
- λοιπόν
- λυπέω -ῶ to cause sorrow
Μ μ
- Μαγδαληνή -ά, όν Magdalene
- μαθητής -οῦ, ὁ disciple
- μακρόθεν from a distance
- μᾶλλον more
- Μαρία -ας, and Μαριάμ, indecl., ἡ Mary
- μαρτυρία -ας, ἡ testimony
- μάρτυς witness
- μάχαιρα -ης sword
- μέγας μεγάλη, μέγα great
- μεθερμηνεύω to translate
- μέν often untranslated
- μένω to stay
- μέσος -η, -ον middle
- μετά con
- De tiempo. Con acus. después de (14,1)
- μή no (14,1)
- μήποτε conj. para que no, no sea que (14, 1) || adv. nunca
- μήτηρ mother
- μήτι often not translated
- μικρός -ά, -όν little
- μνημεῖον -ου, τό tomb
- μνημόσυνον -ου, τό memory
- μυρίζω to pour perfume
- μύρον -ου, τό perfume
Ν ν
- Ναζαρηνός -οῦ, ὁ of Nazareth
- ναός -οῦ, ὁ temple
- νάρδος -ου, ἡ nard
- νεανίσκος -ου, ὁ young man
- νεφέλη -ης, ἡ cloud
- νῦν adv. now
- νύξ gen. νυκτός, ἡ night
Ξ ξ
Ο ο
- ὁ ἡ, τό the
- οἰκία -ας, ἡ house
- οἰκοδεσπότης -ου, ὁ
- head of the
- house
- οἰκοδομέω -ῶ to build
- οἶνος -ου, ὁ wine
- ὅλος -η, -ον all
- ὄμνυμι to swear
- ὁμοίως likewise
- ὀνειδίζω to heap insults on
- ὄνομα -τος, τό name
- ὄξος -εος (-ους), τό wine vinegar
- ὅπου where
- ὁράω -ῶ to see
- ὄρος -ους, τό hill
- ὅς, ἥ
- ὅστις, ἥτις
- ὅταν when
- ὅτε temporal particle when
- ὅτι that
- οὐ no
- οὐά so!
- οὐαί woe!
- οὐδέ and not
- οὐδείς -δεμία, -δέν no one
- οὐκέτι no longer
- οὖν therefore
- οὐρανός -οῦ, ὁ sky
- οὔτε and not
- οὗτος
- αὕτη, τοῦτο, gen., τούτου, ταύτης,
- τούτου this
- οὕτω, οὕτως
- ὀφθαλμός -οῦ, ὁ eye
- ὄχλος -ου, ὁ gentío, multitud
- ὀψία -ας, ἡ evening
Π π
- παιδίσκη -ης, ἡ female servant
- παίω to strike
- πάλαι long ago
- πάλιν adv. again
- πάντοτε siempre
- παρά prep. c. gen., dat., acc. from
- παραγίνομαι to come
- παράγω to pass by
- παραδίδωμι to hand over
- παραιτέομαι -οῦμαι to request
- παραλαμβάνω to take with
- παραπορεύομαι to pass by
- παρασκευή -ῆς, ἡ Preparation Day
- παραφέρω to take away
- παρέρχομαι to go by
- παρέχω to present
- παρίστημι to place beside
- πᾶς πᾶσα, πᾶν todo
- πάσχα τό, indecl. Pascua (14,1)
- πατάσσω to hit
- πατήρ πατρός, -τρί, τέρα father
- πειρασμός -οῦ, ὁ test
- περί sobre
- περιβάλλω to dress
- περικαλύπτω to blindfold
- περίλυπος -ον overwhelmingly sorrowful
- περισσῶς even more
- περιτίθημι to put on
- πέτρα -ας, ἡ piedra
- Πέτρος -ου, ὁ Pedro
- Πιλᾶτος -ου, ὁ Pilato
- πίνω beber
- πιπράσκω to sell
- πίπτω to fall
- πιστεύω creer
- πιστικός -ή, -όν pure
- πλέκω to twist together
- πληρόω -ῶ to fulfill
- πνεῦμα -τος, τό espíritu
- ποιέω -ῶ to do
- ποιμήν -ίνος, ὁ shepherd
- πόλις -εως, ὁ ciudad
- πολύς πολλή, πολύ muchos
- πολυτελής -ές expensive
- πορφύρα -ας, ἡ purple
- πόσος -η, -ον how great?
- ποτήριον -ου, τό cup
- ποτίζω to give a drink
- ποῦ where?
- πραιτώριον -ου, τό Pretorio
- πρεσβύτερος ancianos
- πρίν before
- προάγω to go on ahead
- προαύλιον -ου, τό entryway
- πρόβατον -ου, τό oveja
- προέρχομαι to go on ahead
- πρόθυμος -ον willing
- προλαμβάνω to take beforehand
- πρός hacia
- προσάββατον -ου, τό day before the Sabbath
- προσδέχομαι to receive
- προσέρχομαι to come to
- προσεύχομαι to pray
- προσκαλέω to call
- προσκυλίω to roll in front of
- προσκυνέω -ῶ to worship
- πρόσωπον -ου, τό face
- προφητεύω to prophesy
- πρωΐ
- πρῶτος -η, -ον first
- πτῶμα τό dead body
- πτωχός -ή, -όν poor
- πως interrog. cómo (14,1)
Ρ ρ
- ῥαββί Rabí
- ῥάπισμα ατος, τό slap
- ῥῆμα -τος, τό word
- Ῥοῦφος -ου, ὁ Rufus
Σ σ
- σαβαχθάνι you have forsaken me
- σάββατον Sabbath
- Σαλώμη -ης, ἡ Salomé
- σάρξ σαρκός, ἡ flesh
- σεαυτοῦ -ῆς, -οῦ yourself
- σήμερον today
- Σίμων -ωνος, ὁ Simón
- σινδών -όνος, ἡ linen
- σιωπάω -ῶ to be quiet
- σκανδαλίζω to cause to sin
- σκότος -ου, ὁ darkness
- σμυρνίζω to mix with myrrh
- σπάω to draw
- σπεῖρα -ης company of soldiers
- σπόγγος -ου, ὁ sponge
- στάσις -εως, ἡ continuance
- σταυρός -οῦ, ὁ cross
- σταυρόω -ῶ to crucify
- στέφανος -ου, ὁ woven crown
- στολή -ῆς, ἡ robe
- στρατιώτης -ου, ὁ soldier
- στρώννυμι to spread out
- σύ you
- συγκάθημαι to sit with
- συγκαλέω to call together
- συλλαμβάνω to seize
- συμβούλιον -ου, τό plan
- σύν with
- συνακολουθέω -ῶ to follow
- συναναβαίνω to come with
- συναποθνήσκω
- συνέδριον -ου, τό Sanhedrin
- συνέρχομαι to come together
- συντρίβω to break
- σύσσημον -ου, τό signal
- συστασιαστής fellow insurrectionist
- συσταυρόομαι -ῶ
- σφόδρα very
- σχίζω to tear
- σῴζω to save
- σῶμα -τος, τό body
Τ τ
- τίθημι to place
- τις neut., τι, gen., τινός someone
- τίς neut., τί, gen., τίνος, interrog. pron., in masc. and fem. who?
- τολμάω -ῶ to dare
- τόπος -ου, ὁ place
- τρεῖς, τρία
- τρέχω to run
- τριακόσιοι -αι, -α three hundred
- τρίς three times
- τρίτος -η, -ον third
- τρόμος -ου, ὁ trembling
- τρύβλιον -ου, τό bowl
- τύπτω to strike
Υ υ
- ὕδωρ, ὕδατος
- υἱός -οῦ, ὁ son
- ὑμνέω -ῶ to sing hymns
- ὑπάγω to go
- ὑπέρ above
- ὑπηρέτης -ου, ὁ servant
Φ φ
- φαγεῖν
- φαίνω to shine
- φέρω to bring
- φεύγω flee
- φημί to say
- φθόνος -ου, ὁ envy
- φιλέω -ῶ to love
- φοβέω
- φόνος -ου, ὁ murder
- φραγελλόω -ῶ to flog
- φωνέω -ῶ to call
- φωνή -ῆς, ἡ voice
- φῶς gen., φωτός, τό light
Χ χ
- χαίρω to rejoice
- χείρ gen., χειρος (acc., χεῖραν, ), ἡ hand
- χειροποίητος -ον hand-made
- χιτών ῶνος, ὁ tunic
- χρεία -ας, ἡ need
- Χριστός -ή, -όν Christ
- χωρίον -ου, τό place
Ψ ψ
- ψευδομαρτυρέω -ῶ to give false testimony
- ψυχή -ῆς, ἡ life
Ω ω
- ὧδε adv. here
- ὥρα -ας, ἡ hour
- ὡς as
- ὡσαύτως in the same way
- ὥστε for this reason
- ὠτάριον -ου, τό ear
Enlazado desde